Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, την 3η πρωινή ώρα, άφησε την τελευταία του πνοή ο Κωστής Παλαμάς, στο σπίτι του της οδού Περιάνδρου στην Πλάκα. Λίγες ημέρες πριν, στις 9 του ίδιου μήνα, τα μαύρα εκείνα χρόνια της Κατοχής, είχε πεθάνει η σύζυγός του Μαρία, βαριά άρρωστη και εκείνη, όπως ο ποιητής, ο οποίος δεν έμαθε τίποτα, για να μην επιβαρυνθεί η κατάστασή του.

Την επομένη του θανάτου του έγινε πάνδημη η κηδεία του στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας, όπου συνέρρευσε πλήθος κόσμου από όλες τις περιοχές της πόλης, κηδεία  επικού ήρωα, που μετατράπηκε σε διαμαρτυρία κατά του κατακτητή. Ο αθηναϊκός λαός έχανε την εθνική φωνή του.

Κυριολεκτούσε ο Άγγελος Σικελιανός, όταν με τη βροντώδη φωνή του διάβασε το αποχαιρετιστήριο ποίημά του την ώρα της ταφής, με τον μνημειώδη στίχο «σε τούτο το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα», για να ακολουθήσει ο Εθνικός ύμνος, φωνή μυριόστομη πανελλήνιας διαμαρτυρίας. Ο Κωστής Παλαμάς και νεκρός έπραξε το καθήκον του, τόνωσε το φρόνημα των υπόδουλων συμπατριωτών του.

Ο Σικελιανός την προηγούμενη του θανάτου και ενώ επέκειτο το μοιραίο, εμπνεύστηκε το πασίγνωστο ποίημά του. Για το μέγεθος της πατριωτικής έξαρσης, αξίζει να θυμηθούμε λίγες στροφές από το ποίημα αυτό του Σικελιανού· τις δύο πρώτες στροφές του:

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ᾿ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Και ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης που, όπως λέγεται, κατάφερε να γλιτώσει από τα χέρια των Γερμανών, διαφεύγοντας μέσα από τα μνήματα και το συσσωρευμένο πλήθος, συνέθεσε ένα συγκινητικό ποίημα, έναν ύμνο στην πνευματική κληρονομιά που άφηνε ο Παλαμάς στον λαό του. Τίτλος του «Στον Κωστή Παλαμά» – οι στροφές που ακολουθούν είναι η εναρκτήρια και ακροτελεύτια:

Μέσ’ από τα κάγκελλα τ’ αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας,
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.

Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό,
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετάνε.
Ο καθένας ένα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σε ξεπροβοδάνε
με τα μύρια σου τραγούδια,
που βουίζουν σα μελίσσια
πάνω απ’ Απριλιού λουλούδια,
σα να προμηνάνε την Ανάσταση,
ω μεγάλε ραψωδέ μας.