Το διάσημο ιδιόμελο τροπάριο της Κασσιανής, το οποίο ψάλλεται κατά το εσπέρας της Μ. Τρίτης στις εκκλησίες, μεταφράστηκε από πολλούς. Μία από τις μεταφράσεις του τροπαρίου έγινε από τον Κωστή Παλαμά· τον «ξανατονισμό» αυτόν, όπως ονομάζει ο Ποιητής την λογοτεχνική μετάφραση, αναρτούμε σήμερα παράλληλα με το πρωτότυπο κείμενο. Σημειώνεται ότι ἡ «Κασσιανή» του Παλαμά μελοποιήθηκε από τον Δημήτρη Μητρόπουλο (1919).
Ἡ ἀπεγνωσμένη διὰ τὸν βίον καὶ ἐπεγνωσμένη διὰ τὸν τρόπον,
τὸ μύρον βαστάζουσα, προσῆλθε βοῶσα σοι:
ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ
(Ἦχος πλ. δ΄)
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ.
Κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
(Τριώδιον Κατανυκτικόν, Ἀθῆναι, Ἐκδόσεις Φῶς, 1967, σ. 418α)
ΚΑΣΣΙΑΝΗ
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις. . .
Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότη Σου μιλᾷ
μέσ’ στὴν καρδιά μου!
Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ’ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ’ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.
Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας. . . Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας· φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.
Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου,
κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερὰ
τὰ δάκρυά μου.
Γύρε σ’ ἐμέ. Ἡ ψυχή μου πῶς πονεῖ!
Δέξου με Ἐσὺ ποὺ δέχτηκες καὶ γῦραν
ἄφραστα ὣς ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοὶ
καὶ σάρκα ἐπῆραν.
Στ’ ἄχραντά Σου τὰ πόδια, βασιλιά
μου Ἐσὺ θὰ πέσω καὶ θὰ στὰ φιλήσω
καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὰ μαλλιὰ
θὰ στὰ σφουγγίσω.
Τ’ ἄκουσεν ἡ Εὔα μέσ’ στὸ ἀποσπερνὸ
τῆς παράδεισος φῶς ν’ ἀντιχτυπᾶνε,
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε. . . Πονῶ,
σῶσε, ἔλεος κάνε.
Ψυχοσῶστ’, οἱ ἁμαρτίες μου λαός·
τ’ ἀξεδιάλυτα ποιος θὰ ξεδιαλύσῃ;
Ἀμέτρητό Σου τὸ ἔλεος, ὁ Θεός!
Ἄβυσσο ἡ κρίση.
(Κωστῆς Παλαμᾶς, Ἅπαντα,
τόμ. 6 (ν.σ.) <Βωμοί>, σ. 111-112)