ΤΟ «ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ»

συμμετέχει στὴν Παγκόσμια Ἡμέρα Ποίησης,

ἀναδημοσιεύοντας τρία ποιήματα ποιητικῆς

ἀπὸ τὴν νέα πλήρη φιλολογικὴ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Ποιητῆ.

 

Εἶμαι ὁ ξανοιχτὴς τῶν Ὅλων,

καὶ τῶν Ὅλων εἶμαι ὁ λατρευτής,

κ’ εἶμαι ἡ ἅρπα τῶν χορδῶν τῶν χίλιων,

τῶν ἀμέτρητων.

(Ἅπαντα, τόμ. 2, σ. 217)

 

Ἡ ποίηση χρησιμοποιεῖ ὡς ὄχημα τὸ πρωτογενὲς σύστημα τῆς γλώσσας, ἀλλὰ εἶναι πράγματι ἕνα δευτερογενὲς σύστημα λόγου, μιὰ «γλώσσα» πάνω στὴν γλώσσα, μιὰ «μεταγλώσσα», δηλαδὴ ἕνας κώδικας, ποὺ σημαίνει μὲ τὴν εἰκόνα, τὴν μεταφορὰ καὶ τὸν μύθο. Ὁ ποιητὴς μὲ τὰ μέσα αὐτὰ «ἐμψυχώνει τ’ ἀντικείμενα [καὶ] εἰκονογραφεῖ τὶς ἰδέες». Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, οἱ μύθοι καὶ οἱ ἰδέες πρέπει νὰ παρουσιάζονται μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ νομίζει κάποιος ὅτι τὰ βλέπει ὡς εἰκόνες. Ἡ ποίηση, κατὰ τὸν Παλαμᾶ, εἶναι «ἡ τέχνη τοῦ Λόγου ποὺ ἐξαϋλώνει τὰ ὑλικὰ καὶ ποὺ τὰ ἄϋλα τὰ ὑλικοποιεῖ». Γενικά, ἡ Τέχνη μόνη μπορεῖ «νὰ συμπήξῃ εἰς ἀστερίνους κόσμους τὰς ἡμιρρεύστους φωτονεφέλας τῶν ἰδεῶν». Οἱ περὶ ποιητικῆς ἀπόψεις τοῦ Παλαμᾶ βρίσκονται στὴν Ποιητική μου, ἕνα εἶδος «αἰσθητικῆς ψυχογραφίας ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου» του, ὅπου αὐτοεξετάζεται καὶ αὐτοαναλύεται, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ κριτικὰ κείμενά του ποὺ τὴν συμπληρώνουν, ὅπως οἱ πρόλογοι ἀρκετῶν συλλογῶν καὶ τὰ πολλὰ ποιήματα ποιητικῆς.

 

Ὀνειρεύομαι, πλάθω, ζῶ τὸ στίχο,

στὰ λιγνά μου τὰ χέρια ὰπὸ παιδάκι·

τὸν ἔχτισα τριγύρω μου σὰν τοῖχο,

σὰ σηκωμοῦ τὸν ἔστησα μπαϊράκι·

 σὰν ποτήρι, καὶ πρόσφερα μὲ κεῖνο

τὸ νερό, τὸ κρασὶ καὶ τὸ φαρμάκι.

Μὰ ὁ κεραστὴς ἐγώ, κ’ ἐγὼ τὰ πίνω·

τὸ στόμα ξένο, ἀνόρεχτο τοῦ κόσμου.

Πότε ἀμύριστο, ἀμάραντο εἶναι κρίνο

μιᾶς μαστοριᾶς ὁ στίχος ὁ δικός μου,

πότε χορτάρι ἡλιοθρεμμένων τόπων,

καὶ πότε ὠμὰ τὸν ἀμολᾷ ὁ θυμός μου

φασκέλωμα στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

(Σατιρικὰ Γυμνάσματα: Ἅπαντα, τόμ. 5, σ. 102)

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ἐμένα ἡ κυρά μου προστάζει ἡ Πολύμνια

νὰ ὑψώνω τὸν ὕμνο στὰ πάντα τοῦ κόσμου,

στὸν ἥρωα, στὸ σκλάβο, στὴ σκέψη, στ’ ἀγρίμια,

στοῦ κόσμου τὰ πάντα ποὺ δείχνοντ’ ἐμπρός μου

στὴ λάσπη τοῦ δρόμου, στοῦ ναοῦ τὸ λιβάνι

μὲ κάποιου ἀνυπόταχτου πόνου στεφάνι.

Ἐμένα ἡ Πολύμνια προστάζ’ ἡ κυρά μου

νὰ ψέλνω στὴ χάρη της ὅλους τοὺς ἤχους,

καὶ μ’ ὅσα εἶν’ ὁ νοῦς μου καὶ μ’ ὅσα ἡ καρδιά μου

 καὶ μ’ ὅσα εἶν’ ἡ σάρκα νὰ πλάθω τοὺς στίχους.

(Δειλοὶ καὶ Σκληροὶ Στίχοι:Ἅπαντα, τόμ. 7, σ. 408)

Ο  Π Ο Ι Η Τ Η Σ

Ὁ Ἥλιος ἔπλασε τὸν κρίνο,

δόξα τῆς ὁλόανθης γῆς,

καὶ τὸν κύκνο ποὺ εἶν’ ὁ κρίνος

μιᾶς λευκόφτερης ζωῆς·

τὸν ἀϊτό, νὰ τόνε σέρνῃ

στὰ ὕψη του μαγνητιστής,

καὶ τὸ φέγγος τῆς σελήνης

τῆς ἐρωτικῆς.

Κι ὠνειρεύτη πλάσμα πιὸ μεστὸ

ἀπὸ κρίνους, κύκνους, φέγγη, ἀϊτούς,

κ’ ἔπλασε τὸν ποιητή.

Βλέπει σε κατάματα, ὦ Θεέ,

μόνος φτάνει ὣς τὴν καρδιά σου,

καὶ μᾶς λέει τί βρίσκει ἐκεῖ.

 (Ἡ Ἀσάλευτη Ζωή: Ἅπαντα, τόμ. 2, σ. 222)

 

 

Ἀναφορά:

  1. Κωστῆς Παλαμᾶς, Τὰ Χρόνια μου καὶ τὰ Χαρτιά μου, Α΄: Ἡ Ποιητική μου, Ἅπαντα, τόμ. 19 (ν.σ.), Ἀθήνα, Ἵδρυμα Κωστῆ Παλαμᾶ, 2024.
  2. Κωστῆς Παλαμᾶς, Ποιήματα Ποιητικῆς, Λευκωσία, Ἐκδόσεις Ἠλία Ἐπιφανίου, 2022.